Παρά την πανδημία οι εξοπλισμοί αυξάνονται Πρωταθλητές με διαφορά οι ΗΠΑ
![]() |
Αμερικανικό άρμα μάχης «Fighting Eagles» |
Σχεδόν 2.000 δις δολάρια δαπανήθηκαν το 2020 για εξοπλιστικά συστήματα παγκοσμίως παρά τον κορωνοϊό σύμφωνα με την ετήσια έκθεση SIPRI. ΗΠΑ και Κίνα στις πρώτες θέσεις.
Δεν έγιναν περικοπές στους εξοπλισμούς
Μόνο λίγες χώρες, όπως η Χιλή ή η Νότια Κορέα, άλλαξαν τους προϋπολογισμούς τους για τις εξοπλιστικές δαπάνες την πρώτη χρονιά της πανδημίας. Η Βραζιλία και η Ρωσία μείωσαν επίσης λίγο τους στρατιωτικούς τους προϋπολογισμούς σε σύγκριση με προηγούμενα έτη. Η Ρωσία συγκεκριμένα κατά 6,6%. Η Αλεξάντρα Μαξστάινερ, ειδικός του SIPRI, ανέφερε στην DW: «Η πανδημία δεν είχε αξιοσημείωτο αντίκτυπο στις δαπάνες για τους εξοπλισμούς το 2020 παγκοσμίως. Οι στρατιωτικές δαπάνες αυξήθηκαν εν μέσω οικονομικής παρακμής». Ο Nίκλας Σέρνιγκ από το Ίδρυμα για την Ειρήνη και την Έρευνα των Συγκρούσεων (PRIF) με έδρα την Έσση εκτιμά ότι η τάση αυτή οφείλεται επίσης στο γεγονός ότι είναι ιδιαίτερα δύσκολο να «αλλάξουμε πορεία σε ένα τόσο σύντομο χρονικό διάστημα» στον αμυντικό τομέα. Όπως δήλωσε στην DW: «Πολλά εξοπλιστικά προγράμματα πιθανώς ξεκίνησαν πριν από την κρίση του κορωνοϊού». Ο ίδιος θεωρεί ότι το «διεθνές κλίμα έχει ταυτόχρονα επιδεινωθεί» κι έτσι δεν αναμένονται λιγότερες αμυντικές δαπάνες στο μέλλον.
ΗΠΑ και Κίνα οι «big spender»
![]() |
Μαχητικό F-35 στη Λωρίδα της Γάζας |
Δίχως να προκαλεί έκπληξη, τα περισσότερα χρήματα για στρατιωτικούς εξοπλισμούς δαπάνησαν οι ΗΠΑ και η Κίνα. Οι δύο χώρες, οι οποίες απομακρύνονται ολοένα περισσότερο η μια από την άλλη σε πολιτικό επίπεδο, αντιπροσωπεύουν πάνω από το ήμισυ των παγκόσμιων εξοπλιστικών δαπανών. Αλλά και η Γερμανία αύξησε τις στρατιωτικές δαπάνες της την περασμένη χρονιά και μάλιστα έπεσε από την 8η στην 7η θέση της παγκόσμιας κατάταξης. Σύμφωνα με υπολογισμούς του SIPRI, η Γερμανία επένδυσε σχεδόν 53 δις δολάρια στον στρατό της το 2020 - περίπου 1,4% του γερμανικού ΑΕΠ. Ωστόσο, ακόμη κι έτσι, η Γερμανία απέχει ακόμη από τον στόχο του 2% που έχει θέσει το ΝΑΤΟ. Για τον λόγο αυτό ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ επέκρινε συχνά τη Γερμανία. Αλλά και ο διάδοχός του Τζο Μπάιντεν ζητά από τη Γερμανία να αυξήσει την στρατιωτική της συμμετοχή.
Η καταβολή 2% του ΑΕΠ για την άμυνα μπορεί να φαίνεται μεγάλη σήμερα. Εντούτοις με μια ιστορική προσέγγιση βλέπει κανείς ότι στις αρχές της δεκαετίας του 1960, στο απόγειο του Ψυχρού Πολέμου, η Γερμανία κατέβαλε 5% του ΑΕΠ της για αμυντικούς σκοπούς. Ο Νίκλας Σέρνινγκ εκτιμά μάλιστα ότι ο πρόεδρος Τζο Μπάιντεν θα συνεχίσει να ασκεί πιέσεις στη Γερμανία για το θέμα.
Όλο και περισσότερες χώρες πετυχαίνουν το 2%
![]() |
Στρατιωτική παρέλαση στο Πεκίνο
Σχεδόν και οι 30 χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ, αναφέρει το SIPRI, αύξησαν τις στρατιωτικές τους δαπάνες το 2020. Εξαιτίας της πανδημίας το ΑΕΠ των περισσότερων χωρών μειώθηκε. Ταυτόχρονα όμως οι στρατιωτικοί προϋπολογισμοί παρέμειναν αμετάβλητοι. Επίσης ενδιαφέρον έχει ότι δώδεκα μέλη του ΝΑΤΟ πέτυχαν το στόχο του 2% που έθεσαν για το 2020. Το 2019 μόνο εννέα κράτη που άγγιζαν αυτό το ποσοστό. Η Γαλλία, για παράδειγμα, αποτελεί νέα προσθήκη.
Πάντως σε παγκόσμιο επίπεδο η καμπύλη των εξοπλιστικών
δαπανών αυξάνεται σταθερά κυρίως στην Κίνα, η οποία δαπανά εδώ και 26 χρόνια
ολοένα περισσότερα χρήματα για τον στρατό. Το 2020 252 δις διοχετεύθηκαν
στον κινεζικό στρατό. Μάλιστα από το 2011 έως το 2020, το SIPRI καταγράφει
αύξηση 76% για την Κίνα. Ως αιτία αναφέρονται τα φιλόδοξα σχέδια εκσυγχρονισμού
των κινεζικών οπλικών συστημάτων αλλά και τα «σχέδια επέκτασής τους». Σημαντικότερος
«ανταγωνιστής» της Κίνας είναι οι ΗΠΑ, η χώρα με τις μακράν υψηλότερες
στρατιωτικές δαπάνες στον κόσμο. Σε απόλυτους αριθμούς οι αμερικανικές
εξοπλιστικές δαπάνες πέρυσι ανήλθαν σε 778 δις δολάρια πέρυσι, ποσό κατά πολύ
μεγαλύτερο από ολόκληρο τον γερμανικό προϋπολογισμό. Ο ρυθμός αύξησης των
στρατιωτικών δαπανών στις ΗΠΑ πέρυσι ανήλθε 4,4%. Το SIPRI εξηγεί αυτή την
αύξηση, μεταξύ άλλων, στην ανανέωση του πυρηνικού οπλοστασίου. Ένας άλλος λόγος
είναι η αίσθηση απειλής. Πάνω απ' όλα, όπως εξηγεί η Αλεξάνδρα Μαρκστάινερ,
οφείλεται στον φόβο επικράτησης των «στρατηγικών ανταγωνιστών», της Κίνας και
της Ρωσίας.
Φόλκερ Βίτινγκ
Επιμέλεια: Δήμητρα Κυρανούδη
ΠΗΓΗ: DW
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου