Στο νοσοκομείο με κορονοϊό και νοσηλευτή τον...Γκαγκάριν
Του Στάθη Κοψαχείλη
Τον Νοέμβριο του 2020, στο δεύτερο κύμα της πανδημίας, ο Θεσσαλονικιός οφθαλμίατρος Στάθης Κοψαχείλης διαγνώστηκε θετικός και νόσησε από τον κορονοϊό. Μετά την πρώτη εβδομάδα που την πέρασε απομονωμένος στο σπίτι, χειροτέρεψε και χρειάστηκε να μπει στο νοσοκομείο, όπου τον φρόντιζε... ο Γιούρι Γκαγκάριν.
«Έτσι που ήταν ντυμένος με την ολόσωμη άσπρη στολή, την κουκούλα και την κάσκα, μου φάνηκε σαν να έβλεπα κάποιον αστροναύτη, όπως μας είναι γνωστές οι εικόνες τους από φωτογραφίες και την τηλεόραση», γράφει σ’ ένα συναρπαστικό διήγημα, στο οποίο αφηγείται τις δύσκολες ώρες στον θάλαμο νοσηλείας αλλά και τον συμμαθητή του «Γκαγκάρη» στην παιδική του ηλικία, στο Λιτόχωρο.
Γράφει ο Στάθης Κοψαχείλης: «Είχα συνέχεια υψηλό πυρετό και ο κορεσμός του οξυγόνου είχε επηρεαστεί σοβαρά. Η εξαντλητική δύσπνοια, η κακουχία και οι σκοτεινές σκέψεις για το τι μπορεί να επακολουθήσει τις προσεχείς μέρες με είχαν τσακίσει και βρισκόμουν διαρκώς σε μια κατάσταση λήθαργου και αποκάρωσης. Φορούσα συνεχώς μάσκα, συνδεμένη με τη συσκευή παροχής οξυγόνου υψηλής ροής και στο δεξί χέρι είχα φλεβοκαθετήρα με ορό, απ’ όπου μου χορηγούνταν τα διάφορα φάρμακα. Επισκέψεις φυσικά δεν επιτρέπονταν και την περισσότερη μέρα στην κλινική επικρατούσε παράξενη ησυχία. Μόνο κατά τη διάρκεια της επίσκεψης των γιατρών, της νοσηλείας ή της διανομής του φαγητού ακούγονταν αγχωμένες, βιαστικές και χαμηλόφωνες ομιλίες. Μετά πάλι σιωπή, εκτός από τον διαπεραστικό συριγμό από τις συσκευές οξυγόνου που δούλευαν στο φουλ.
Το απομεσήμερο της τρίτης μέρας κι ενώ κοιμόμουν βαθιά, ξύπνησα από ένα σκούντημα στο γόνατο. Ήταν ένας νοσοκόμος, που μόλις άνοιξα τα μάτια μού έκανε νόημα να απλώσω το χέρι για να μετρήσει την οξυγόνωσή μου. Τοποθέτησε το οξύμετρο στον δείκτη και σε λίγο “ ογδόντα εννιά” είπε και το σημείωσε στην καρτέλα που κρέμονταν στο κρεβάτι μου. Στη συνέχεια πήγε στους άλλους δύο και έκανε το ίδιο. Θολωμένος ακόμη από το ξαφνικό ξύπνημα, είχα γυρίσει στο πλάι και τον παρατηρούσα. Έτσι που ήταν ντυμένος με την ολόσωμη άσπρη στολή, την κουκούλα και την κάσκα, μου φάνηκε σαν να έβλεπα κάποιον αστροναύτη, όπως μας είναι γνωστές οι εικόνες τους από φωτογραφίες και την τηλεόραση. Καθώς τον κοίταζα όση ώρα έκανε τη δουλειά του γλάρωσα πάλι και, σαν να έκανε κάποιο άλμα ο νους μου, θυμήθηκα περίεργες λέξεις που άκουγα να ξεστομίζουν με απέραντο θαυμασμό οι μεγάλοι κατά την προσχολική μου ηλικία και που μου ήταν αδύνατο να κατανοήσω: Κοσμοναύτης, διάστημα, Βοστόκ, Γκαγκάριν.
Τα πράγματα μέσα μου μπερδεύτηκαν ακόμη πιο πολύ, όταν πήγα στην πρώτη δημοτικού και άκουσα τους μαθητές της τετάρτης τάξης να αποκαλούν κάποιον συμμαθητή τους “ Γκαγκάρη”. Τότε, οι ανησυχίες μου στράφηκαν σε ατραπούς περίεργες, στα πεδία των υπερφυσικών και παραφυσικών φαινομένων. Ακόμη και σήμερα δεν ξέρω πώς προέκυψε το “ Γκαγκάρης”, αλλά σίγουρα η προσωνυμία, με κάποιον τρόπο, σχετιζόταν με τον Γκαγκάριν, που εκείνη την εποχή, μετά το κατόρθωμά του να ταξιδέψει πρώτος στο διάστημα, κέρδισε τον θαυμασμό εκατομμυρίων ανθρώπων, το όνομά του ακουγόταν συνέχεια και του είχε απονεμηθεί το μετάλλιο του Ήρωα της Σοβιετικής Ένωσης. Από κει και ύστερα, στη φαντασία μου εκείνο το παιδί είχε προσλάβει υπερφυσικές ικανότητες. Μερικές από αυτές, ας πούμε, ήταν ότι μπορούσε με τα μάτια του να μετακινεί αντικείμενα, να γίνεται αόρατος ή να περνά διαμπερώς μέσα από τοίχους. Πίστευα όμως ότι η πιο εντυπωσιακή ήταν πως, όποτε ήθελε, μπορούσε να πετάξει. Το ότι δεν τον είχα δει ποτέ να το κάνει, ήταν γιατί απλώς... δεν είχε τύχει. Όμως εγώ το πίστευα ακράδαντα. Η πεποίθησή μου εκείνη ενισχύθηκε το επόμενο καλοκαίρι όταν τον είδα τυχαία στο παντοπωλείο της γειτονιάς και τον παρατήρησα από κοντά. Κάτω από το μπλουζάκι του υπήρχαν στην πλάτη δυο εξογκώματα ─προφανώς ήταν τα οστά της ωμοπλάτης─ αλλά εγώ τότε θεώρησα ότι ήταν τα φτερά του που, όποτε ήθελε, τα ξεδίπλωνε και πετούσε.
Από τη στιγμή που πρωτάκουσα το παρανόμι του, στα διαλείμματα άρχισα να τον ακολουθώ διακριτικά και να τον παρατηρώ. Μέτριος στο ανάστημα, λεπτοκαμωμένος, με πυκνά μαύρα μαλλιά, δεν έπαιζε ποτέ με τους συμμαθητές του. Συνήθως πήγαινε μόνος κοντά στον περίβολο του σχολείου και τις περισσότερες φορές το βλέμμα του πλανιόταν μακριά, κατά τη μεριά του βουνού, σαν κάτι να τον απασχολούσε. Μονίμως υπήρχε μια θλίψη στα μάτια του και γενικά κάτι μελαγχολικό στην έκφραση και την κίνησή του. Ήταν ο δεύτερος σε ηλικία από άλλα τέσσερα αδέλφια και ζούσαν σ’ ένα μικρό χαμόσπιτο, στη διπλανή γειτονιά από τη δική μας. Ο πατέρας του μπαινόβγαινε στο σανατόριο της Πέτρας γιατί έκανε αιμοπτύσεις και η μάνα του καθάριζε τα γραφεία της Κοινότητας και την εκκλησία.
Εκείνη η πρώτη μου σχολική χρονιά στο δημοτικό τελείωσε και με το που ξεκίνησαν πάλι τα μαθήματα τον Σεπτέμβριο άρχισα να τον ξαναπλησιάζω, ευελπιστώντας πως κάποια στιγμή θα μου δώσει σημασία και θα γίνουμε φίλοι, πράγμα που επιθυμούσα διακαώς. Ήθελα να γίνω προστατευόμενός του, να με μυήσει κι εμένα στον δικό του μυστικό κόσμο, που η φαντασία μου εντελώς αυθαίρετα είχε πλάσει. Περνώντας ο καιρός νόμιζα πως ανακάλυπτα συνεχώς νέες του ικανότητες που δεν είχα αντιληφθεί μέχρι τότε. Έτσι, κάποια μέρα που χιόνιζε, την ώρα που σχολούσαμε, τον ακολούθησα από κοντινή απόσταση ενώ αυτός περπατούσε στην άκρη του δρόμου. Παρατηρούσα τα αποτυπώματα που άφηναν οι παράλληλες αντιολισθητικές ραβδώσεις από τις λαστιχένιες μπότες του πάνω στο αφράτο χιόνι, μέχρι που έστριψε για το σπίτι του. Προκειμένου για παιδί, τα πέλματά του ήταν υπερβολικά μεγάλα, σχεδόν διπλάσια από τα δικά μου. Δεν εύρισκα όμως τίποτα το παράξενο σ’ αυτό και σκεφτόμουν πως κάποια σχέση θα είχε με μία ακόμη από τις θαυμαστές του ικανότητες, ίσως να περπατάει πάνω στο νερό χωρίς να βουλιάζει. Η απλούστερη εξήγηση ότι το παιδί μπορεί να μην είχε δικές του μπότες και αυτές που φορούσε να ήταν του πατέρα του ούτε καν περνούσε απ’ το μυαλό μου.
Το καλοκαίρι, μετά το πέρας και της δεύτερης σχολικής χρονιάς, πήγαμε οικογενειακώς στη θάλασσα γιατί ο πατέρας μου έπασχε από ρευματισμούς και ο γιατρός τού είχε συστήσει αμμόλουτρα. Είχαμε φτιάξει ένα τσαρδάκι, κοντά στην εκβολή του Χελοπόταμου, δίπλα στην ψαροκαλύβα του θείου μου, κι εκεί περάσαμε ένα εικοσαήμερο. Όταν επιστρέψαμε στο χωριό, μάθαμε το τραγικό νέο: Πριν τέσσερις μέρες ο Γκαγκάρης, ενώ έπαιζε κρυφτό με άλλα παιδιά, ανέβηκε στην τελευταία πλάκα μιας ανεγειρόμενης τριώροφης οικοδομής για να κρυφτεί. Καθώς ήταν νύχτα και φωτισμός δεν υπήρχε, παραπάτησε, έπεσε στο κενό και σκοτώθηκε. Έπαθα σοκ. Μου ήταν αδύνατο να το πιστέψω. Χάθηκε ο κόσμος γύρω μου κι έπεσα σε κατάθλιψη. Πήγαινα στο περιβόλι, κρυβόμουν πίσω απ’ τα βάτα κι έκλαιγα. Η ξαφνική μεταβολή στη συμπεριφορά μου έγινε αντιληπτή απ’ τους γονείς μου, που επέμεναν να τους πω τι μου συμβαίνει. Δεν τους το αποκάλυψα ποτέ. Περνώντας οι μέρες, έπλασα πάλι με τη φαντασία τη δική μου εκδοχή για το τραγικό συμβάν και η θλίψη μου κάπως μετριάστηκε: Ο Γκαγκάρης, καθώς έπεφτε στο κενό, πριν το σώμα του σκάσει στο έδαφος, ξεδίπλωσε τα φτερά του, πέταξε και αναλήφθηκε στο διάστημα. Εκεί θα ταξίδευε τώρα ο δικός μου Μικρός Πρίγκηπας, στους πλανήτες και στους μακρινούς γαλαξίες. Τα βράδια κοίταζα τα αστέρια και τον συλλογιζόμουν. Πότε πότε έβλεπα κάποιο αστέρι να τρεμοφέγγει και τότε πλημμύριζα από χαρά γιατί σκεφτόμουν πως είναι αυτός και μας κάνει τα δικά του σινιάλα.
Μετά από μια τετραετία είχα τελειώσει το δημοτικό και μαζί είχαν παρέλθει και τα χρόνια της παιδικής αθωότητας. Θα πήγαινα στην πρώτη Γυμνασίου, κι από εκείνη την αφελή ιστορία με τον Γκαγκάρη είχε μείνει μόνο μια γλυκόπικρη ανάμνηση. Το ίδιο καλοκαίρι ήταν που ο Νιλ Άρμστρονγκ κι ο Μπαζ Όλντριν πάτησαν στο φεγγάρι και όλοι, με κομμένη ανάσα, παρακολουθήσαμε στην τηλεόραση του καφενείου τα πρώτα βήματά τους με τα αποτυπώματα από τις μπότες τους να διαγράφονται καθαρά πάνω στη σεληνιακή σκόνη. Τότε, όταν ο Νιλ Άρμστρονγκ είπε την ιστορική φράση «ένα μικρό βήμα για έναν άνθρωπο, ένα μεγάλο βήμα για την ανθρωπότητα» και όλοι ριγούσαν από δέος, εγώ έκανα τη δική μου νοσταλγική σκέψη, πως αν έβλεπα αυτά τα αποτυπώματα λίγα χρόνια πριν, θα πίστευα πως νωρίτερα απ’ τους Αμερικάνους αστροναύτες είχε περάσει από κεί ο Γκαγκάρης, και πως τα αποτυπώματα που βλέπαμε ήταν τα δικά του, ίδια με εκείνα που άφηναν οι μπότες του πάνω στο φρέσκο χιόνι.
Καιγόμουν απ’ τον πυρετό και ήμουν λουσμένος στον ιδρώτα.
Άνοιξα ξαφνικά τα μάτια και είδα να στέκεται σκυμμένος από πάνω μου ο γιατρός
με την αστρονομική στολή και την κάσκα. “ Γκαγκάρη, Γκαγκάρη”, αναφώνησα και
άπλωσα τα χέρια προς το μέρος του να τον αγκαλιάσω. “ Σσστ”, έκανε απότομα και
αυστηρά αυτός φέρνοντας το δάχτυλό του στη μύτη και μου έδειξε τους άλλους δυο
ασθενείς, θέλοντας να μου πει ότι τους ενοχλώ. Γύρισε προς τη νοσοκόμα που
στεκόταν πίσω του, κάτι για παραλήρημα μου φάνηκε πως της ψιθύρισε, και μετά με
κοίταζε για ώρα σκεπτικός».
Ο Στάθης Κοψαχείλης, ο οποίος έχει εκδώσει δύο συλλογές διηγημάτων,
βγήκε νικητής στη μάχη κατά του κορονοϊού, χάρη και στη φροντίδα του...
«Γκαγκάριν».
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου