Που πας ρε Καραμήτρο; Στα 210 δισ. ευρώ οι επενδυτικές ανάγκες της Ελλάδας


Που πας ρε Καραμήτρο;
Στα 210 δισ. ευρώ οι επενδυτικές ανάγκες της Ελλάδας για την επόμενη πενταετία

Παραθέτουμε τη μελέτη της PwC όχι με επιφυλάξεις αλλά με πλήρη αντίθεση στις στοχεύσεις και τη λογική της. Το κάνουμε γιατί θεωρούμε κρίσιμα ορισμένα μεγέθη και διαπιστώσεις που παραθέτει στη διαμόρφωση μια αντικειμενικής εικόνας για την ελληνική καπιταλιστική οικονομία.

Μεγάλο επενδυτικό κενό στην Ελλάδα διαπιστώνει η PriceWaterhouseCoopers, το οποίο επιδρά αρνητικά στην ανταγωνιστικότητα και στην ανάπτυξη. Όπως προκύπτει από τα αποτελέσματα μελέτης της PwC με τίτλο «Από την ύφεση στην ανάκαμψη - Πολιτικές διευκόλυνσης επενδύσεων», από το 2009 έως το 2016 οι επενδύσεις ως προς το ΑΕΠ στην Ελλάδα απομακρύνθηκαν από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, δημιουργώντας ένα διευρυμένο επενδυτικό κενό συνολικά της τάξης των 450 δισ. ευρώ.
Οι επενδυτικές ανάγκες της χώρας, για να στηριχθεί πραγματική οικονομική μεγέθυνση 3%-4% ετησίως, εκτιμώνται σε περίπου 210 δισ. ευρώ για την πενταετία 2018-2022. Οι προβλεπόμενες ροές χρηματοδότησης για την ίδια περίοδο περιορίζονται περίπου στα 100 δισ. ευρώ, δημιουργώντας ένα αθροιστικό χρηματοδοτικό κενό της τάξης των 110 δισ. ευρώ.
Ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου (ΑΣΠΚ) έχει άμεση συσχέτιση με τη μεταβολή του ΑΕΠ
• Όταν οι ετήσιες επενδύσεις βρίσκονται σε επίπεδα 21%-22% του ΑΕΠ, η οικονομία μεγεθύνεται με ρυθμούς 4% ετησίως
• Αυξήσεις των επενδύσεων πάνω από τα επίπεδα 22% ενισχύουν ακόμη περισσότερο την ανάπτυξη
• Από το 2009 ως το 2016 οι επενδύσεις ως προς το ΑΕΠ στην Ελλάδα απομακρύνθηκαν από τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο, δημιουργώντας ένα διευρυνόμενο επενδυτικό κενό, συνολικά της τάξης των € 540δισ.
• Το 2015, η Ελλάδα παρουσιάζει το μικρότερο ποσοστό επενδύσεων ως προς το ΑΕΠ, ακολουθούμενη από την Κύπρο, Πορτογαλία, Ιταλία και Αγγλία
• Το χαμηλό επίπεδο επενδύσεων στην Ελλάδα αντανακλά την χαμηλή παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα της χώρας έναντι των περισσότερων Ευρωπαϊκών οικονομιών
• Οι χώρες της Δυτικής Ευρώπης έχουν υψηλότερους δείκτες ανταγωνιστικότητας σε σχέση με χώρες που έχουν τις ίδιες επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ, δεδομένου ότι διαθέτουν σημαντικές υποδομές, ανεπτυγμένες χρηματοπιστωτικές αγορές και σταθερό οικονομικό και θεσμικό περιβάλλον
• Η Ελλάδα βρίσκεται έξω από το cluster των χωρών χαμηλής ανταγωνιστικότητας, αποτελώντας «ακραία παρατήρηση», καθώς έχει τον χαμηλότερο δείκτη ανταγωνιστικότητες από τις 28 Ευρωπαϊκές χώρες του δείγματος, ενώ παράλληλα χαρακτηρίζεται και από χαμηλότερες επενδύσεις ως προς το ΑΕΠ
• Για να μετακινηθεί προς το cluster των χωρών χαμηλής σχετικώς ανταγωνιστικότητας η Ελλάδα χρειάζεται συστηματικές και σημαντικές επενδύσεις
• Για να τροφοδοτηθούν συστηματικοί ρυθμοί ανάπτυξης 3%-4% ετησίως θα πρέπει οι ετήσιες επενδύσεις να αυξηθούν κατά 10-12%% του ΑΕΠ, δηλαδή περί τα €18-20 δισ. και να φτάσουν τα €40 δισ.
• Λόγω της αδύναμης αγοράς κατοικίας είναι απίθανη η ανάκαμψη των επενδύσεων σε αυτό τον χώρο στα μέσα επίπεδα της περασμένης δεκαετίας (περίπου €15 δισ. ετησίως)
• Οι δημοσιονομικοί περιορισμοί δεν θα επιτρέψουν τον διπλασιασμό του ΠΔΕ στα €12 δισ. ετησίως. Μόνο μέσω ΣΔΙΤ θα μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν πρόσθετες επενδύσεις υποδομών
• Το επενδυτικό κενό μέχρι την κρίσιμη μάζα για την διατήρηση της ανάπτυξης καλούνται να το καλύψουν ο τουρισμός και η βιομηχανία και ειδικότερα οι ΜΜΕ επιχειρήσεις
Αν η ελληνική οικονομία αναπτυχθεί σύμφωνα με ρεαλιστικές εκτιμήσεις, η αγορά κατοικιών αναμένεται να ισορροπήσει περί το 2047, με ένα μέσο επενδυτικό ρυθμό €4,5 δισ. ανά έτος
 
• Σύμφωνα με το επικρατέστερο σενάριο για την πορεία της ελληνικής οικονομίας το ΑΕΠ κατά κεφαλήν θα επιστρέψει στα προ κρίσης επίπεδα περίπου το 2030
• Η εξισορρόπηση της προσφοράς και ζήτησης στην ελληνική κατοικία θα επέλθει περί το 2047, λόγω της υπερπροσφοράς, της υψηλής φορολόγησης της κατοικίας και της έλλειψης στεγαστικής πίστης
• Οι επενδύσεις κατοικιών δεν αναμένεται να διαδραματίσουν ισχυρό ρόλο στην ανάπτυξη της χώρας μεσοπρόθεσμα, καθώς θα παραμείνουν σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα των ιστορικών, περί τα € 4,5 δισ. ετησίως κατά μέσο όρο.
Η σταθερή αύξηση της κατανάλωσης μέσα από επενδύσεις με σημαντικούς πολλαπλασιαστές είναι ο μόνος τρόπος να διατηρηθεί η ανάπτυξη
Ø Αν υπάρξει πιστωτική επέκταση στον ιδιωτικό τομέα και οδηγηθεί στην κατανάλωση, θα διευρυνθεί το έλλειμμα ισοζυγίου εξωτερικών πληρωμών
 Ø Η χρηματοδότηση του ελλείμματος εξωτερικών πληρωμών απαιτεί εξωτερικό δανεισμό, που εκτός αν είναι καθ’ ολοκληρία ιδιωτικός, θα αυξήσει το δημοσιονομικό έλλειμμα
 Ø Η αύξηση των συνολικών αμοιβών και συντάξεων με επιδόματα αυξάνει την καταναλωτική ζήτηση, αλλά μειώνει τις μελλοντικές επενδύσεις
Ø Η χρηματοδότηση επενδύσεων με μεγάλους πολλαπλασιαστές ενισχύει τη σημερινή ζήτηση, επιταχύνει τη μελλοντική ζήτηση και αυξάνει την φορολογητέα ύλη μειώνοντας το δημοσιονομικό έλλειμμα

Σχόλια