Νύξεις για ένα σύγχρονο πολιτικό κίνημα εργατικής χειραφέτησης



Νύξεις για ένα σύγχρονο πολιτικό κίνημα εργατικής χειραφέτησης: Από την (ύστερη) απομόνωση του Λένιν, στην απομάκρυνση από τον κομμουνισμό.*
του Α. Αναγνωστάκη

Στις 7 του περασμένου Νοέμβρη και με αφορμή τα 100 χρόνια από τον Οκτώβρη του 1917, δημοσιεύεται άρθρο στην Washignton Post με τίτλο «Έρχονται οι νεο-μπολσεβίκοι!» Τι έρχονται, ήρθαν κιόλας» που υπογράφει η βραβευμένη με Πούλιτζερ Ανν Απλμπάουμ.

Φυσικά οι αστοί γνωρίζουν την κατάσταση στην οποία έχουν περιπέσει τα κομμουνιστικά κόμματα, γνωρίζουν πως ο κομουνισμός δεν φαίνεται να ανασταίνεται εκ του τάφου στη Μεγάλη Βρετανία όπως σημειώνεται στο άρθρο επίσης των New York Times της 7ης Νοέμβρη με τίτλο «Και αν η Ρωσική Επανάσταση δεν είχε συμβεί;»,
γνωρίζουν πως οι Μπολσεβίκοι δεν «ήρθαν κιόλας».
Αλλά τι έρχεται;

Η ρεαλιστικότητα της βαθύτερης ανθρώπινης επιθυμίας να περάσει η κοινωνία σε μια νέα περίοδο.

Στη σημερινή νέα εποχή και στάδιο όχι μόνο κληρονομούνται αλλά και μεταφέρονται, σε ανώτερο επίπεδο, οι θεμελιακές άλυτες αντιθέσεις της εποχής του ιμπεριαλισμού .
Οι αντιθέσεις ανάμεσα στην κοινωνικοποίηση της παραγωγής και την ατομική ιδιοποίησή της,
ανάμεσα στη συγκεντροποίηση διεθνοποίηση της παραγωγής και τον ανισόμετρο περιφερειακό, εθνικό, διακλαδικό, ενδοκλαδικό, ανταγωνιστικό κατακερματισμό της (Ισπανία κ.α),
ανάμεσα στον αμειβόμενο και τον απλήρωτο χρόνο εργασίας που ιδιοποιείται ο αστός..
Ναι, ποιοτικά άλματα ύστερα από μακρόσυρτες ποσοτικές συσσωρεύσεις συμβαίνουν διαρκώς στην ανθρώπινη ιστορία αλλά όχι όπως πάντα και όπως συνήθως όπως διατείνεται η αποστεωμένη σκέψη της παλιάς Αριστεράς.
Οι σύγχρονες παραγωγικές δυνάμεις - αυτή η σημερινή νέα ποιότητα- πολλαπλασιάζουν πλέον όχι μόνο την ασκούμενη μυϊκή δύναμη αλλά και την «ασκούμενη πνευματική δύναμη» του ανθρώπου. Ρεαλιστικοποιούν τη δυνατότητα επεξεργασίας και διάδοσης πρωτοφανούς όγκων δεδομένων και την άσκηση μεγα - υπολογιστικών πράξεων και πολυσύνθετων εντολών.
Αλλά έτσι δημιοργούνται δυνατότητες πρωτοφανούς ταχύτητας στη ροή του χρήματος, αυτής της υλικής έκφρασης του κεφαλαίου.
Άρα αλλάζουν ποιοτικά τα όρια και οι όροι άσκησης εξουσίας και εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης.
Η ορμητική ανάπτυξη και εισαγωγή στην παραγωγή της πληροφορικής, των κομπιούτερ και της βιοτεχνολογίας αποκαλύπτει ταυτόχρονα τις ανώτερες, σε σχέση με το προηγούμενο στάδιο του καπιταλισμού, δυνατότητες της επιστημονικής παραγωγής και αναπαραγωγής της ανθρώπινης ζωής.
Αποκαλύπτει τα νέα, διευρυνόμενα όρια δυνητικού επιστημονικού μετασχηματισμού της φύσης και αρμονικής αλληλεπίδρασης μαζί της.
Πολλαπλασιάζει τέλος τις εσωτερικές αντιθέσεις του ίδιου του καπιταλισμού καθώς αν αυτός ενσωμάτωνε σχεδιασμένα όλες τις αυτοματοποιημένες μηχανές και ρομπότ στην παραγωγή τότε εκατομμύρια εργάτες θα έβγαιναν εκτός εργασίας.
Υπεραξία όμως παράγει μόνο ο άνθρωπος, άρα τότε το κεφάλαιο θα αντιμετώπιζε τεράστιο πρόβλημα κερδοφορίας.
Αν δε δεν τις ενσωματώσει οργανωμένα τότε αυτό θα γίνεται άναρχα κάτω από τη δράση του αιώνιου νόμου του καπιταλισμού, του ανταγωνισμού.
Εν ολίγοις ο σημερινός καπιταλισμός ασφυκτιά, όσο ποτέ στο παρελθόν, μέσα στα ίδια του τα όρια, ακριβώς γιατί δεν μπορεί να ενσωματώνει, χωρίς σοβαρές διαταραχές στη λειτουργία του, τις παραγωγικές δυνάμεις που ο ίδιος επαναστατικοποιεί.
Γι’ αυτό τις διαστρέφει και τις ακρωτηριάζει.
Ειδικά η καθοριστικότερη των παραγωγικών δυνάμεων, η σύγχρονη εργατική τάξη, μπορεί να προβάλλει στο προσκήνιο σαν αυτό, που είναι:
Ως η πλειοψηφούσα κοινωνική δύναμη, η πιο ώριμη, η πιο μορφωμένη αλλά και αλλοτριωμένη η οποία κάτω υπό την έμπρακτα αναγνωριζόμενη ηγεμονική παρέμβαση του κόμματος μπορεί να δράσει όχι μόνο σαν δύναμη ανατροπής της παλιάς καπιταλιστικής κοινωνίας, αλλά πρωτίστως ως ο φορέας της γενικευμένης κοινωνικής αυτοδιαχείρισης αυτοδιοίκησης.
Κι αυτό, εκτός των άλλων, γιατί οι νέες και συνεχώς εξελισσόμενες παραγωγικές δυνάμεις δεν εκφράζουν απλά τη σύγχρονη επιστημονική και τεχνολογική επανάσταση. Αποκαλύπτουν και εκφράζουν πρωτίστως τη δυνατότητα για μια βαθιά πολιτική και πολιτιστική επανάσταση στην εργασία, στη γενικότερη οργάνωση της ζωής του εργάτη δημιουργού.
Εν ολίγοις αυτή καθ αυτή η ανάπτυξη του σημερινού καπιταλισμού, μ’ όλη την κοινωνική του βαρβαρότητα, αποκαλύπτει τη ρεαλιστικότητα της βαθύτερης ανθρώπινης επιθυμίας να περάσει η κοινωνία σε μια νέα περίοδο στην οποία οι άνθρωποι με την πολιτική θα εξουσιάζουν και θα διαχειρίζονται όχι ανθρώπους, όπως γίνεται σήμερα μέσω της αστικής πολιτικής, αλλά μόνο πράγματα (πόρους, φυσικά αποθέματα, παραγόμενα υλικά και πνευματικά δημόσια αγαθά) στο πλαίσιο μιας αυτοδιευθυνόμενης κοινωνίας.
Ακριβώς γι’ αυτό οι κυρίαρχες δυνάμεις εξαπολύουν μια λυσσασμένη εκστρατεία ενάντια στις βαθύτερες συνάφειες της επιστήμης, της φύσης και της κοινωνίας, προσφεύγουν σε ένα νέο είδος γενικευμένου «ολοκληρωτισμού», προσφυγή που δεν αποτελεί δείγμα «παντοδυναμίας» των εκμεταλλευτών. Αντίθετα προδίδει την ανικανότητα του κεφαλαίου, παρά τους σύγχρονους μετασχηματισμούς του, να εγκαινιάσει μια νέα εποχή ενεργούς ένταξης στην κοινωνία των σύγχρονων κολασμένων αλλά και σταθερής αναταγμένης κερδοφορίας.
Αυτή η δυναμική των αντιθέσεων της σημερινής κοινωνικής πραγματικότητας οδηγεί σιγά αλλά σταθερά μέσα από εξάρσεις και υφέσεις, επιθέσεις και οπισθοχωρήσεις, ανακωχές και επανεκκινήσεις είτε σε μια αδύνατον να προβλεφθεί καταστροφή, είτε σε μια ιστορικά πρωτόγνωρη επαναστατική διαδικασία.
Αυτή η δυναμική είναι που έρχεται, αυτά ως ενδεχόμενα τα αστικά επιτελεία τα γνωρίζουν και προετοιμάζονται!

Η Ιστορία ως πεδίο μάχης

Στα πλαίσια αυτά εντάσσεται και η εντεινόμενη διαμάχη για το πιο ευμετάβλητο, το παρελθόν. Η Ιστορία είναι πεδίο μάχης ακριβώς γιατί τα αποτελέσματα της επιστρέφουν τελικά στο παρόν, στους παρόντες κοινωνικοπολιτικούς συσχετισμούς στους οποίους επιδρούν καθοριστικά.
Εξ ου το γενικότερο και εντεινόμενο ενδιαφέρον και για την Οκτωβριανή Επανάσταση. Ενδιαφέρον που εδράζεται σε μια γενικότερη εσωτερική ανθρώπινη ανάγκη επανεκτίμησης και επανάκτησης της ενότητας της θρυμματισμένης ιστορίας.
Ο προηγούμενος αιώνας, αυτή η συγκλονιστική ιστορική εποχή, καθορίστηκε από το πέρασμα και μετασχηματισμό του καπιταλισμού στο μονοπωλιακό – ιμπεριαλιστικό του στάδιο, από την πρωτοφανέρωτη όξυνση των ενδοιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών που οδήγησαν σε δυο παγκοσμίους πολέμους.
Χαράχτηκε ανεξίτηλα από μια σειρά μεγαλειώδεις νικηφόρες εθνικοαπελευθερωτικές και αντιαποικιακές εξεγέρσεις που βελτίωσαν ουσιαστικά τη ζωή των λαών στις πρώην αποικίες.
Σφραγίστηκε πάνω απ όλα από την κοσμοϊστορικής σημασίας Οκτωβριανή Επανάσταση.
Είναι επομένως μια εποχή ποιοτικής όξυνσης της σύγκρουσης ανάμεσα στον κυρίαρχο καπιταλισμό στη μονοπωλιακή – ιμπεριαλιστική πλέον μορφή του και στο εργατικό και λαϊκό κίνημα.
Ταυτόχρονα όμως είναι μια εποχή όχι μόνο ποιοτικής ανόδου του επαναστατικού εργατικού ρεύματος αλλά και της ποιοτικής ενίσχυσης και επικράτησης τελικά στο εργατικό κίνημα των τάσεων ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης απέναντι στις χειραφετητικές της τάσεις.
Όπως μάλιστα έδειξαν τα αντικειμενικά τελικά χαρακτηριστικά των υποκειμενικών προσπαθειών κατά τον προηγούμενο αιώνα και στάδιο για τον κοινωνικο-οικονομικό μετασχηματισμό θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί συμπυκνωμένα πως:
ούτε η εξάντληση και η αντιδραστική παρακμή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής,
ούτε οι συσχετισμοί ανάμεσα στην ανοδική δυναμική ανατροπής και στη δυναμική διατήρησης του συστήματος,
ούτε η γενική ποιότητα των συνολικών αντιθέσεων ανάμεσα στις κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις και στις σχέσεις παραγωγής και εργασίας,
ούτε η ποιοτική ανάπτυξη της εργατικής τάξης, του εργατικού κινήματος
είχαν φτάσει στο «ανώτατο επίπεδο» ωρίμανσης και επικράτησης της αταξικής κοινωνικής συγκρότησης.
Αν αυτό είχε συμβεί η οπισθοχώρηση που ζούμε θα ήταν αδύνατη.
Επιπρόσθετα, η επίγνωση πως οι κληρονομημένες τάσεις και πλευρές του επαναστατικού ρεύματος αποδείχτηκαν και αποδείχνονται σήμερα ιστορικά ανήμπορες να αναχαιτίσουν τις αντίπαλες δυνάμεις του εκφυλισμού και της ήττας και να επανιδρύσουν μια νέα νικηφόρα προοπτική, οδηγεί στη συνεπαγωγή της κοπιώδους και συλλογικής σύγχρονης συγκρότησης του.
Εν ολίγοις όλα τα δεδομένα σηματοδοτούν την επιτακτικότητα μιας ουσιώδους ανάπτυξης της θεωρίας της επανάστασης, γόνιμης ανασυγκρότησης της εργατικής πολιτικής, της θεωρίας του κόμματος, των πολιτικών μετώπων και του κινήματος.
Σκοπός είναι να αντιμετωπιστούν θετικά τα αναπόφευκτα αντικειμενικά «κενά» και τα υποκειμενικά λάθη, οι ανερμήνευτες περιοχές του ίδιου του εργατικού επαναστατικού ρεύματος του περασμένου αιώνα σε συνδυασμό – και αυτό είναι καθοριστικό - με τις ποιοτικές αλλαγές που γίνονται, ειδικά από το τέλος της δεκαετίας του 70, στις χώρες της καθολικής εμπορευσιμότητας.
Αυτή η προσπάθεια δεν μπορεί να ανέχεται την αυτάρκεια των κομμάτων της τρίτης διεθνούς η οποία κατέληξε ήδη από τη δεκαετία του 40 στην αντιμετώπιση του σοσιαλισμού ως μια παραλλαγή των εμπορευματικών σχέσεων και εντέλει στο «σοσιαλισμό της αγοράς». Δεν μπορεί επίσης να εγκλωβίζεται στη στασιμότητα που εκφράζεται με την ευαγγελική ανάγνωση των κλασσικών.
Αν αυτό συνεχίζεται τότε «οι νεκροί θα εξακολουθούν να βαραίνουν πάνω στους ζωντανούς» και οι σχέσεις και οι συσχετισμοί που φεύγουν, πάνω σ’ αυτά που έρχονται.
Όπως είναι γνωστό από το Δεκέμβριο του 22 ως το θάνατο του στις 21 Ιανουαρίου του 24 ο Λένιν βαθμιαία επικοινωνούσε με σημειώματα και άρθρα λόγω της επιδείνωσης της υγείας του. Την ίδια περίοδο βαθμιαία απομονωνόταν από την κομματική ζωή.
Σε αυτήν την κατάσταση γράφει – εκτός από τα σύντομα σημειώματα – 9 άρθρα στα οποία αποτυπώνονται αποτιμήσεις για την κατάσταση το σοβιετικό κράτος – έξι και κάτι χρόνια από την έναρξη και τρία ολόκληρα χρόνια από την οριστική νίκη της επανάστασης.
«Τα πράγματα στον κρατικό μας μηχανισμό, αναφέρει στο «κάλιο λιγότερα και καλύτερα» (Μάρτη του 23) είναι τόσο θλιβερά, για να μην πω αηδιαστικά, ώστε πρέπει πρώτα να σκεφτούμε στα σοβαρά με τί τρόπο θα αντιπαλέψουμε τις ελλείψεις του, χωρίς να ξεχνάμε ότι οι ελλείψεις αυτές έχουν τις ρίζες τους στο παρελθόν που, αν και ανατράπηκε, όμως δεν εξαλείφθηκε, δεν πέρασε στο στάδιο ενός πολιτισμού που ανήκει πια στο μακρινό παρελθόν». Είναι την ίδια περίοδο,που χαρακτηρίζει το καθεστώτος που οικοδομείται αμέσως μετά την επανάσταση ως «κρατικό καπιταλισμό» με προοπτική τη «ρύθμιση της παραγωγής από τους εργάτες».
Η εικόνα αυτή παρουσίαζεται εντός της μεγάλης περιπέτειας των πρώτων χρόνων της επανάστασης:
Πολεμικός κομμουνισμός αμέσως μετά την επανάσταση, φυσικοποίηση της οικονομίας και απολαβές σε είδος. (Γι αυτό και το 1917 για την πληρωμή σε φυσική μορφή αντιστοιχούσε το 5% του μισθού, το 1918 το 48%, το 1919 το 80% και το 1920 το 93%) [3]
Ο πολεμικός κομμουνισμός παρά τις διακηρύξεις περί της έκτακτης χρήσης του αντιμετωπιζόταν «ως παγκόσμια, ας πούμε “φυσιολογική” μορφή οικονομικής πολιτικής του νικηφόρου προλεταριάτου και όχι σε σχέση με τον πόλεμο, δηλαδή, την προσαρμογή σε μια καθορισμένη κατάσταση του εμφυλίου πολέμου” δηλώνει ο Μπουχάριν.
( Nikolai Bukharin, 1967 : 178).
Άποψη που επιβεβαιώνεται από τις δημόσιες τοποθετήσεις των Γιούρι Λάριν, Λεβ Κρίτζμαν, Λεονίντ Κράσιν και τις επίσημες μελέτες των Σ. Γ. Στρουμίλιν, και Ε. Σ. Βάργκα, (ότι ο υπολογισμός των κοινωνικά αναγκαίων δαπανών εργασίας ήδη μπορεί να γίνεται όχι σε χρηματική (αξιακή) μορφή, αλλά σε μονάδες εργάσιμου χρόνου ως φυσικού μέτρου μέτρησης των εργασιακών λειτουργιών της εργατικής δύναμης στη βάση της «φυσικοποίησης» της οικονομικής ζωής εκείνου του καιρού.)
Και αυτό προχωρούσε ως το αδιέξοδο και την εγκατάλειψη του σε τριάμισι χρόνια.
Στη συνέχεια επιλέγεται η ΝΕΠ, εισάγεται ο χρυσός ως βάση του σοβιετικού χρήματος το 24 καθώς και σταθερή νομισματική μονάδα - το τσερβόνετς χαρτονόμισμα των 10 ρουβλιών-.
Και τέλος ξεσπά διαμάχη για τη ΝΕΠ και εντός τεσσάρων χρόνων επέρχεται η απόρριψη της. Οι περιπετειώδεις αυτές εξελλιξεις διαμορφώνουν εντός των μπολσεβίκων αλλεπάλληλα ρεύματα που αναζητούν απαντήσεις στα θεμελιώδη ζητήματα που αναφύονται.
Οι Μπουχάριν, Τρότσκι και Πρεομπραζένσκι ζητούν άμεσο πέρασμα στον κομμουνισμό με στρατιωτικοποίηση της εργασίας, επίταξη γεωργικών προϊόντων και διανομή τους από το κράτος.
Η «πλατφόρμα των 46» (Πρεομπραζένσκι, Οσσίνσκι, Πιατακόφ κ.α.) καταγγέλλει το '23 την «έλλειψη σχεδιασμού και βοήθειας στη βιομηχανία και την ανεπάρκεια της πιστωτικής πολιτικής» και ταυτόχρονα ότι «η ελεύθερη συζήτηση μέσα στο κόμμα έχει ουσιαστικά εξαφανιστεί, η κοινή γνώμη μέσα στο κόμμα έχει καταπνιγεί...».
Το '25 – 26 η πλατφόρμα των Ζηνόβιεφ, Κάμενεφ, Σοχόλνικοφ και Κρούπσκαγια επιτίθεται στη ΝΕΠ, ζητώντας ταυτόχρονα ελεύθερη συζήτηση και εσωκομματική δημοκρατία.
Ο Ζηνόβιεφ καταγγέλλει τη ΝΕΠ ως «κρατικό καπιταλισμό».
Ο Μπουχάριν Το '28-'29 υπερασπίζεται τη ΝΕΠ και ζητάει ταχεία εκβιομηχάνιση στα πλαίσια της, ο Στάλιν προτείνει την εγκατάλειψη της και στροφή προς την ταχύρυθμη εκβιομηχάνιση.
Η έλλειψη επαρκών γενικών κατευθύνσεων για το τι κάνουμε μετά την επανάσταση αποκαλύπτεται ανάγλυφα,
στην εποχή μας το κενό παραμένει, το κενό οξύνεται!
Το πρόβλημα εδώ τίθεται η απάντηση μπορεί να έρθει μόνο συλλογικά.
Απέναντι στην κατάσταση αυτή ένα μήνα μετά τιην προαναφερθείσα πολιτική παρεμβάση του Λένιν, παρακάμπτουν σχετικά τους προβληματισμούς του
και στο 12ο συνέδριο τον Απρίλιο του 1923, αποφασίζουν πως:
«η δικτατορία του προλεταριάτου δεν μπορεί να εξασφαλιστεί παρά με τη μορφή της δικτατορίας της ηγετικής πρωτοπορίας του, δηλαδή του Κ.Κ.»
«Σαν κόμμα που κυβερνά, συμπυκνώνει τρία χρόνια αργότερα ο Στάλιν, δεν μπορούσαμε να μη συγχωνεύσουμε τις κομματικές κορυφές με τις σοβιετικές κορυφές...».
Και όντως συγχώνευσαν τις «κορυφές» της δικτατορίας του προλεταριάτου, τη σοβιετική κυβέρνηση, το ανώτατο όργανο των λαϊκών αντιπροσώπων, με το κόμμα συγκροτώντας τα αποκλειστικά από στελέχη του.
Το κόμμα εν ολίγοις ή ταυτιζόταν με την εργατική τάξη και την εξουσία της (είναι ο ενσαρκωτής του κράτους της), ή προσλαμβανόταν ως ένα είδος εξωτερικής πρωτοπορίας σε σχέση με το κατά περίπτωση «ανώριμο προλεταριάτο.
Λίγα χρόνια αργότερα, στο τέλος της δεκαετίας του ΄30, στο νέο Σύνταγμα διακηρύσσεται αξιωματικά η «πλήρης νίκη του σοσιαλισμού», σε μια χώρα" θέση που υιοθετήθηκε από το Στάλιν ως τον Μπουχαριν . Στο 18ο συνέδριο του ΚΚΜπ διατυπώνεται μάλιστα επιπρόσθετα το αξίωμα περί διατήρησης του κράτους στον κομμουνισμό εάν δεν έχει εξαληφθεί ο κίνδυνος εξωτερικών επιθέσεων.
Κομμουνισμός λοιπόν με κράτος κομμουνσιμός σε μια χώρα!
Η πορεία ήταν προδιαγραμμένη!
Κι αυτό γιατί ο κομμουνισμός - η αταξική κοινωνία των άπειρων πρωτοποριών, της άμεσης πολιτικής και της Gemeinwesen, της συνολικής κοινωνικής δικτύωσης στη θέση του μαρασμένου κράτους - είναι ο σκοπός που καθώς αναδύεται από το κίνημα, το προσανατολίζει και του επιτρέπει, εν αντιθέσει προς τις χωρίς αρχές πολιτικές, να προσδιορίσει τι μας φέρνει πιο κοντά σε αυτό τον σκοπό και τι μας απομακρύνει από αυτόν. Είναι επομένως η γνώση του σκοπού και της διαδρομής.
Οι αντιλήψεις περί της οικοδόμησης του κομουνισμού σε μια μόνο χώρα αφαιρούν από το κομμουνιστικό κίνημα τον ίδιο το σκοπό του με γενικότερες επιδράσεις στο εργατικό κίνημα..

Οι ιδέες ως σύγχρονη γενίκευση της εργατικής πολιτικής

Υπάρχει λοιπόν ανάγκη να αναστοχαστούμε, να διεισδύσουμε ξανά και ξανά στο εσωτερικό του Οκτώβρη, στις ιδέες κυρίως αλλά και στο πρόγραμμα και στα μέσα προώθησης του. Όχι φυσικά για να κάνουμε τον έξυπνο εκ των υστέρων.
Σε γενικές γραμμές αυτό που είναι να γίνει γίνεται.
Από αυτό όμως που έγινε οφείλουμε με τόλμη να συμπεράνουμε γι αυτό που θα γίνει.
Δυο λοιπόν επισημάνσεις για το σήμερα:
1η Το σύστημα των επαναστατικών ιδεών είναι μορφή γενίκευσης και ανάπτυξης της επαναστατικής πρακτικής.
Η μαρξική θεωρία για το κράτος, μέσα από τη μελέτη της ιστορικής εμπειρίας, κυρίως της κομμούνας, καταδεικνύει το όριο του αστικού κράτους και της αστικής δημοκρατίας. Η λενινιστική θεωρία για το κράτος αναδιατυπώνει συγκεκριμένα την αναγκαιότητα συντριβής του αστικού κράτους, όχι ως αφηρημένο πρόταγμα, αλλά ως αναγκαίο πρώτο όρο για την κοινωνική απελευθέρωση.
Αυτό το γενικό επιχειρήθηκε με επιτυχία από την επανάσταση του Οκτώβρη.
Ταυτόχρονα όμως και αδιαίρετα τόσο η μαρξική όσο και η λενινιστική θεωρία θέτουν την ανάγκη αντικατάστασης του τσακισμένου αστικού κράτους – και αυτό είναι το καθοριστικό - από μια μορφή εργατικού κράτους, ενσαρκωτή της βίας απέναντι στους εκμεταλλευτές αλλά και φορέα μιας ποιοτικά μετασχηματισμένης και διαπαιδαγωγιτικής δημοκρατίας, της εργατικής δημοκρατίας. 
Γι αυτό το σκοπό, για το ποια είναι γενικά τα επόμενα βήματα μετά την επικράτηση της επανάστασης το «κράτος και επανάσταση», αποδεικνύεται ανεπαρκές.
Οι Μπολσεβίκοι κάτω από την πίεση μιας πρωτοφανέρωτης αντιφατικής κίνησης και την αμείλικτη ανάγκη να υπερπηδηθούν τα τεράστια πρωτοφανέρωτα προβλήματα που έβαζαν οι διεθνείς συσχετισμοί και οι εσωτερικές αντιφάσεις της επανάστασης, σχηματοποίησαν τη διαλεκτική της πρώιμης μεταβατικής περιόδου. Από τη μια τόνιζαν την εξαιρετικά μακρόχρονη και πολύπλοκη διαδικασία απαλλοτρίωσης των απαλλοτριωτών, την ανάγκη συνέχισης της επανάστασης κι έβλεπαν την εργατική εξουσία της αρχικής περιόδου σαν μεταβατική εξουσία ενάντια στους εκμεταλλευτές. Και από την άλλη αναγόρευαν την πρώτη εισαγωγή σοσιαλιστικών στοιχείων στα πλαίσια των κυρίαρχων ακόμα μορφών του παλαιού τρόπου παραγωγής σε «σοσιαλισμό».
Αλλά ο σοσιαλισμός είναι βαθμίδα του κομμουνισμού. Τότε που η αντίσταση των κεφαλαιοκρατών θα ‘χει τσακιστεί οριστικά, θα ‘χουν εξαφανιστεί (κι όχι όταν απλώς θα αλλάξουν μορφή) οι κεφαλαιοκράτες, δεν θα υπάρχουν τάξεις και επομένως η δημοκρατία (των εργατών) θα τείνει να απονεκρώνεται.
Ο Λένιν ονόμαζε για πολιτικούς λόγους τις σοβιετικές δημοκρατίες σοσιαλιστικές.
Αλλά, όπως λέει ο ίδιος για άλλο ζήτημα (κόμμα), «το όνομα (συχνά) μένει ακόμα και αν δεν είναι επιστημονικά σωστό. Αυτό δεν πειράζει, φτάνει να μην κρύβουμε την επιστημονική ανακρίβεια της ονομασίας του, ώστε να μην το εμποδίζει να αναπτύσσεται προς τη σωστή κατεύθυνση».
Η προλεταριακή επαναστατική «κατάληψη» της εξουσίας σημαίνει την έναρξη μιας μεταβατικής περιόδου, απροσδιόριστης σε διάρκεια και βάθος, όπου η εργατική τάξη δεν αποτελεί απ’ την αρχή και με την πλήρη έννοια την κυρίαρχη τάξη της κοινωνίας κοινωνικά, οικονομικά και πολύ περισσότερο πολιτιστικά.
Σήμερα φαίνεται ακόμα πιο καθαρά ότι οι εργατικές επαναστατικές κοινωνίες που προέκυψαν ή που θα προκύψουν ακόμα και στον πιο αναπτυγμένο καπιταλισμό δεν θα είναι κοινωνίες μετάβασης απ’ τον σοσιαλισμό στον κομμουνισμό, αλλά κοινωνίες του μεγάλου άλματος.
Καθώς το ζήτημα του χαρακτήρα της πολιτικής εξουσίας στις μετεπαναστατικές κοινωνίες δεν αποτελεί πλέον ακαδημαϊκό θέμα νομίζω αξίζει να έχουμε ως συλλογική επίγνωση πως κατά την απροσδιόριστη μετεπαναστατική περίοδο των οξύτατων και αναπτυσσόμενων ταξικών αναμετρήσεων ανάμεσα στις κλονιζόμενες και μετασχηματιζόμενες καπιταλιστικές σχέσεις και στις ανερχόμενες σχέσεις, τάσεις και δυνάμεις σοσιαλιστικού κομμουνιστικού προσανατολισμού η κοινωνία στην ουσία θα είναι δυο κοινωνίες η μια μέσα στην άλλη.
Κοινωνίες που θα συναποτελούν διαλεκτική ενότητα συνέχειας και «ασυνέχειας», άρνησης της προηγούμενης ύπαρξής τους αλλά παράλληλα και δυνητικής άρνησης της μελλοντικής υπόστασής τους.
Ακριβώς γιατί ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής (και η αντίστασή του) συμπυκνώνει σε ανώτερο επίπεδο όλες τις μέχρι τώρα κυρίαρχες «αυθόρμητες συνήθειες» της ιστορίας και η ίδια η εργατική τάξη και η επαναστατική κοινωνία συμπυκνώνουν σε ανώτερο επίπεδο όλες τις τάσεις συνειδητής παρέμβασης και ανατροπής.
Για όλα αυτά αξίζει να σκεφτούμε μήπως το ίδιο το κράτος που προκύπτει από το τσάκισμα του εκφυλισμένου αστικού κράτους και αντικαθίσταται από τα όργανα της εργατικής πολιτικής που μετασχηματίζονται σε κρατική εξουσία φαίνεται θα είναι και δεν θα είναι εργατικό κράτος, θα είναι ένα μεταβατικό κράτος - οξύτατο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στις κλονιζόμενες, αλλά επικρατούσες ακόμα στο οικονομικό και στο κοινωνικό επίπεδο, αστικές σχέσεις και τάξεις και στα εργατικά συμφέροντα που ηγεμονεύουν πλέον πολιτικά στην πλειοψηφία της κοινωνίας και στη νέα επαναστατική κρατική μηχανή αλλά δεν κυριαρχούν με την πλήρη έννοια.
Αν αυτό ισχύει τότε ένα άλμα εντός του μεγάλου άλματος της νικηφόρας επανάστασης ίσως είναι αναγκαίο και ίσως αυτό αναζητούσε ο ύστερος Λένιν.
2η. Ανάμεσα στα εκατομμύρια επαναστάτες που πραγματοποιούν τελικά την επανάσταση, ανάμεσα στις πολυάριθμες ανθρώπινες βουλήσεις και Πράξεις που συμβάλλουν έμπρακτα στη χειραφέτηση του εργάτη – δημιουργού και αποτελούν αντικειμενικά τη γενική πρωτοπορία, το κόμμα συγκροτεί την ειδική, μερική και κρίσιμη πρωτοπορία της στρατηγικής και τακτικής, είναι ένα μικρό επιμέρους τμήμα των συνολικών εργατικών μαζών.
Αλλά ακριβώς γι αυτό οφείλει να επεξεργάζεται μια πολιτική εσωτερικής, ως μέρος της τάξης, και ουσιαστικής σύνδεσης του με τις επιμέρους πρωτοπορίες και με τον αγωνιζόμενο, τελικά, Λαό επαληθεύοντας έμπρακτα, όχι εκ θεού και από γεννησιμιού του, τον πρωτοπόρο ρόλο του.
Εργατική εξουσία, τελικά, δεν μπορεί να σημαίνει τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από τη διακυβέρνηση των εργατών από τις ίδιες τις μαζικές τους οργανώσεις.
Αυτές, μέχρι την εξάλειψη της, συγκροτούν και τη καινούρια κρατική εργατική δομή.
Η κυριαρχία αυτών των οργανώσεων, θεσμοποιημένων μέσα από τη δομή ενός εργατικού κράτους, πρέπει να κατοχυρώνεται νομικά. Το ίδιο και η δημοκρατία μέσα σε αυτές τις οργανώσεις.
Χωρίς ουσιαστική δημοκρατία στη λήψη και εκτέλεση των αποφάσεων, οι εργάτες δεν μπορούν να αναδειχθούν ως ο ηγέτης του εαυτού τους.
Εκεί, στις μαζικές λαϊκές οργανώσεις, μπορεί να εκλεγούν και τα όποια κομματικά μέλη που θα στελεχώσουν την κυβέρνηση.
Αυτό σημαίνει πως κανένα κόμμα δεν μπορεί να επιβάλει τελικά, αυτό και μόνο αυτό και στο όνομα μάλιστα της εργατικής τάξης κανένα μέτρο.
Εργατική εξουσία από τη μια και «το κόμμα στην εξουσία και στο όνομα του προλεταριάτου» από την άλλη, ως σχέση, αποτελούν εν ολίγοις παραδοξολογία.
Ο σκοπός ύπαρξης ενός επαναστατικού εργατικού κόμματος δεν είναι να κυβερνά, αλλά να συγκροτεί τη γενική πολιτική πρωτοπορία ώστε το αγωνιζόμενο πολιτικό και κοινωνικό μέτωπο να αντιμετωπίζεται συνειδητά ως αυτό που έιναι: Ο χώρος που συντίθενται και πραγματώνεται η συνισταμένη της εργατικής πολιτικής.
Τα πλατιά όργανα της εργατικής επαναστατικής παρέμβασης των ευρύτερων εργατικών δυνάμεων, τα σοβιέτ, τα εργατικά συμβούλια κλπ, αυτά είναι η αποφασιστική πλευρά του εργατικού και λαϊκού κινήματος.
Και μάλιστα εκεί στις νέες συλλογικές δομές και στα πλαίσια της μετεπαναστικης εργατολαϊκής εξουσίας είναι αναγκαία η σύλληψη ενός νέου τύπου κομματικού, πολιτικού πλουραλισμού πολύ περισσότερο αφού στη νέα εποχή η πολυπληθής σύγχρονη εργατική τάξη δεν μπορεί παρά να αναδεικνύει στο εσωτερικό της πολλά κόμματα εργατικής αναφοράς αλλά και κομμουνιστικής στόχευσης.
…………………………………………………………………………………………………..
Αν κατά τον Μπλοχ
«H πιο τραγική μορφή απώλειας δεν είναι η απώλεια του αισθήματος ασφάλειας, αλλά η απώλεια της ικανότητας να φανταστούμε πως τα πράγματα θα μπορούσαν να έχουν πάει διαφορετικά»
Τότε ως εύρεση αντί,της απώλειας θα μπορούσε να θεωρηθεί η πεποίθηση και ταυτόχρονα η επιδίωξη πως η ταξική πάλη θα μπορούσε να είναι θετικότερη με βαση τις εξελίξεις της περασμένης εφταετίας, κυρίως δε η επιδίωξη να μεταβεί σε θετικό επίπεδο μεσοπρόθεσμα.
Αυτή η πεποίθηση και η δράση γι αυτήν μπορεί να αποτελέσει έμπρακτη τιμή στους επαναστάτες του περασμένου αιώνα και την επανάσταση που χώρισε τον χρόνο στο πριν και στο μετά από αυτήν.

*Ομιλία στην εκδήλωση των Τετραδίων Μαρξισμού για τα 100χρονα της Οκτωβριανής Επανάστασης

Σχόλια