Ο θεός του ισλανδικού σινεμά που «αναστήθηκε» στην Ελλάδα
Της Ευγενίας Λουπάκη
Ένα ταξίδι στην Ισλανδία με αφορμή το ρεπεράζ του σκηνοθέτη και φωτογράφου Γιάννη Καρπούζη, που ετοιμάζει ένα καλλιτεχνικό ντοκιμαντέρ για το ταξίδι του Πυθέα στην απώτατη Θούλη, έγινε αιτία για μια γνωριμία με τον περίφημο Ισλανδό σκηνοθέτη και παραγωγό και αφορμή για μια συναρπαστική κουβέντα για τον ίδιο και τη διαδρομή του που διασταυρώνεται κάποτε με τη 14χρονη τότε Μπιορκ, αλλά και με τους φίλους και συναδέλφους του, Λαρς φον Τρίερ, Ακι Καουρισμάκι, Κριστόφ Κισλόφσκι, Θόδωρο Αγγελόπουλο, Παντελή Βούλγαρη. Μιλάει όμως ακόμα και για τη μακρά νοσηλεία του στο ΑΧΕΠΑ!
Ένα ταξίδι στην Ισλανδία με αφορμή το ρεπεράζ του σκηνοθέτη και φωτογράφου Γιάννη Καρπούζη, που ετοιμάζει ένα καλλιτεχνικό ντοκιμαντέρ για το ταξίδι του Πυθέα στην απώτατη Θούλη, έγινε αιτία για μια γνωριμία με τον περίφημο Ισλανδό σκηνοθέτη και παραγωγό και αφορμή για μια συναρπαστική κουβέντα για τον ίδιο και τη διαδρομή του που διασταυρώνεται κάποτε με τη 14χρονη τότε Μπιορκ, αλλά και με τους φίλους και συναδέλφους του, Λαρς φον Τρίερ, Ακι Καουρισμάκι, Κριστόφ Κισλόφσκι, Θόδωρο Αγγελόπουλο, Παντελή Βούλγαρη. Μιλάει όμως ακόμα και για τη μακρά νοσηλεία του στο ΑΧΕΠΑ!
«Εγώ πέθανα και αναστήθηκα στην Ελλάδα, άρα είμαι και λίγο Ελληνας» λέει χαμογελώντας ο πανύψηλος Φρίντρικ Θορ Φρίντρικσον, ο «άνθρωπος με την κινηματογραφική μηχανή» της Ισλανδίας. Και μου διηγείται, εκεί, στο κομψό μπαρ Botega του Ρέικιαβικ, όπου συναντηθήκαμε τρεις φορές, το ατύχημα που του συνέβη στη Θεσσαλονίκη και παραλίγο να του κοστίσει τη ζωή. Καλεσμένος στο Φεστιβάλ, ένα τυχαίο παραπάτημα σ’ ένα πάρτι –«φυσικά ήμουν μεθυσμένος»–, ένα χτύπημα στο κεφάλι, βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, νοσηλεία μηνών στο ΑΧΕΠΑ και... ανάσταση. Είχε μόλις συναντήσει την Ειρήνη Παππά που επρόκειτο να πρωταγωνιστήσει στο ριμέικ της αριστουργηματικής ταινίας του «Children of Nature», της μοναδικής ισλανδικής ταινίας που ήταν υποψήφια για Οσκαρ, το 1992 –και έχασε από το «Mεντιτερανέο». «Αγόρασε τις ψήφους ο Γουάινστιν, το ξέρουμε όλοι αυτό» λέει και γελάει πάλι.
Τον ανδρικό πρωταγωνιστικό ρόλο στο ριμέικ αυτό, λοιπόν, θα ενσάρκωνε το έτερο ιερό τέρας του σινεμά, ο Ρίτσαρντ Χάρις. Το σχέδιο φυσικά ναυάγησε λόγω του ατυχήματος.
«Η Ελένη Καραΐνδρου ήταν ο μόνος άνθρωπος που ήρθε στο νοσοκομείο να με δει· είμαστε φίλοι από τότε. Ο Λαρς μού έστελνε κωμικούς επικήδειους, αλλά τον ξεγέλασα και δεν τους εκφώνησε ποτέ» (γελάει με την καρδιά του).
Ο Λαρς είναι φυσικά ο Λαρς φον Τρίερ, ο κολλητός του, που μαζί με τον Ακι Καουρισμάκι αποτελούν μια χρυσή τριάδα φίλων και συνεργατών, που ο ένας στηρίζει τον άλλο. Ο Φρίντρικ π.χ. ήταν συμπαραγωγός στο «Δαμάζοντας τα κύματα», που τη θεωρεί την καλύτερη ταινία του φίλου του – κι εγώ επίσης. Ο Λαρς με την εταιρεία του, τη Zentropa, συμμετείχε στην παραγωγή του άλλου αριστουργήματος του Φρίντρικσον «Angels of the Universe». Και όχι μόνο.
Την ευκαιρία να γνωρίσω τον Φρίντρικ Θορ Φρίντρικσον μου την έδωσε ο φίλος μου σκηνοθέτης και φωτογράφος Γιάννης Καρπούζης, που ετοιμάζει ένα καλλιτεχνικό ντοκιμαντέρ για το ταξίδι του Πυθέα στην απώτατη Θούλη. Ενα βραβευμένο στο Σαράγεβο project, που θα γυριστεί σε όλες τις χώρες απ’ όπου πέρασε το 330 π.Χ. ο Πυθέας, Ελληνας έμπορος εκ Μασσαλίας, έως ότου φτάσει στην Ισλανδία, την απώτατη Θούλη, χώρα των Θεών, των Γιγάντων, των Βίκινγκς, των τρολ, των ξωτικών και των αδιανόητων φυσικών πόρων.
Ο κινηματογράφος φτιάχνει εθνική ταυτότητα
Ο Φρίντρικ Θορ Φρίντρικσον θα είναι συμπαραγωγός στο ταξίδι του Πυθέα, γιατί όπως είπε «μου άρεσε πολύ η ιδέα και θέλω να βοηθάω νέους κινηματογραφιστές». Σκηνοθέτης και σεναριογράφος ο ίδιος, ο πιο αναγνωρισμένος και βραβευμένος της Ισλανδίας, ο 69χρονος Φρίντρικ είναι κυριολεκτικά ο άνθρωπος που έφτιαξε το ισλανδικό σινεμά. Ο άνθρωπος που είδε την ανάγκη να υπάρξει εθνική κινηματογραφία της Ισλανδίας ως στοιχείο της εθνικής ταυτότητας. Εγινε παραγωγός, δημιούργησε τρία διαφορετικά φεστιβάλ, έγινε ο πρώτος πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Κινηματογράφου της Ισλανδίας, όργωσε την υφήλιο για να γνωρίσει εθνικές κινηματογραφίες και να κάνει γνωστό το ισλανδικό σινεμά. «Είχα έναν παγκόσμιο χάρτη κι έβαζα κόκκινες πινέζες για τις χώρες που πήγαινα. Εχω πάει σχεδόν παντού».
Διαβάζω την ομιλία του σ’ ένα σεμινάριο που έκανε στην Τεχεράνη το 2017 και σημειώνω –μια και το Ιράν είναι στην επικαιρότητα– τη φράση του: «Το Ιράν δεν βομβαρδίστηκε ποτέ γιατί έχει εθνική κινηματογραφία. Σας έχουμε γνωρίσει στη Δύση, μέσα από τον Κιαροστάμι και τους νεότερους δημιουργούς. Οι δυτικές κυβερνήσεις δεν κατάφεραν ποτέ να στρέψουν την κοινή γνώμη κατά του Ιράν ακριβώς γιατί έχει σινεμά».
Ο Φρίντρικσον, λοιπόν, με αυτά τα «πιστεύω» οργάνωσε το 1978 το πρώτο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ στη Σκανδιναβία.
«Ναι, το πρώτο, με 24 ταινίες, κι ας λένε ότι πρώτο ήταν του Γκέτεμποργκ. Εκεί είχαν μόνο 4 ταινίες, δεν θεωρείται φεστιβάλ με 4 ταινίες».
Σκέφτομαι ότι το 1978 ήταν μόνο 24 ετών και του το λέω.
«Αγαπούσα το σινεμά και είχα βαρεθεί να βλέπω αμερικάνικες ταινίες. Είχα βαρεθεί να βλέπω την “Κολούμπια” και τη “Γουόρνερ” να έρχονται για γυρίσματα στα μοναδικά τοπία μας. Τότε κατάφερα να μου παραχωρήσουν ένα παλιό σινεμά στην παραλία και το μετέτρεψα σε κινηματογραφική λέσχη. Μέσα σε λίγες βδομάδες φτάσαμε τα 2.500 μέλη. Εφερνα δύο ευρωπαϊκές ταινίες τη βδομάδα. Αυτή η λέσχη ήταν η μαγιά του φεστιβάλ, του Icelandic Film Festival».
Από το οποίο προέκυψαν άλλα δύο φεστιβάλ, υπό τη σκέπη και με πρωτοβουλία του Φρίντρικσον – και στα δύο επικεφαλής τώρα είναι γυναίκες! Το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Ρέικιαβικ RIFF, που συμπληρώνει δέκα εντυπωσιακά χρόνια κι έχει για βραβείο το –χρυσό, αργυρό, χάλκινο– Puffin, το υπέροχο πουλί που απαντά μόνο στην Ισλανδία. Και το Stockfish Festival, που συμπλήρωσε κι αυτό τα 10 χρόνια του τις ημέρες που ήμουν στο Ρέικιαβικ.
Φωτ.: Γιάννης Καρπούζης
● Και γιατί stockfish; τον ρωτάω. Γιατί δηλαδή «Φεστιβάλ ο παστός μπακαλιάρος»; (Γιατί έχουν χιούμορ, ιδέες και τόλμη σκέφτομαι.)
Για να μην μπερδεύονται τα δύο φεστιβάλ. Και γιατί ο παστός μπακαλιάρος είναι η «βαριά βιομηχανία» της Ισλανδίας. Και γιατί ήθελα να προωθήσουμε τη βιομηχανία του ισλανδικού σινεμά, της παραγωγής δικών μας ταινιών, συμπαραγωγές με άλλες χώρες κ.λπ.
● Μα γιατί γίνατε παραγωγός; Δεν είναι μπελάς για έναν σκηνοθέτη;
Εκανα κι άλλες δουλειές πριν, όσο σπούδαζα. Σκέψου ότι σκάλιζα επιγραφές σε τάφους! Αλλά η αλήθεια είναι ότι όταν έκανα την πρώτη μου μεγάλου μήκους ταινία «White Whales», κατάλαβα ότι έχουμε ανάγκη από σύγχρονο εξοπλισμό. Και αγόρασα μηχανήματα από το εξωτερικό.
● Ησασταν πλούσιος δηλαδή...
Οχι, ήμουν απλώς καλά από οικονομική άποψη. Μετά σκέφτηκα γιατί να κάθονται τα μηχανήματα όταν εγώ δεν γυρίζω ταινία και να μην τα διαθέσω για να γυρίζουν και άλλοι σκηνοθέτες; Ε, και κάπως έτσι έγινα και παραγωγός.
Κάπως έτσι με την οικονομική κρίση έχασε δύο φορές το υπέροχο σπίτι του στην άκρη του Ρέικιαβικ, μπροστά στη θάλασσα, που το ξέρουν όλοι οι Ελληνες στο Ρέικιαβικ ως το «σπίτι του σκηνοθέτη».
«Το έχασα, το ξαναπήρα πίσω και το ξανάχασα», λέει γελώντας. «Μένω τώρα εδώ κοντά στο κέντρο, σ’ ένα μικρό διαμέρισμα και είμαι μια χαρά».
Κάπως έτσι όμως, με την οικονομική κρίση, ως πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Κινηματογράφου έκοψε τελείως τη χρηματοδότηση νέων ταινιών για πέντε χρόνια. «Νομίζω ότι γράφτηκαν πολλά καλά σενάρια τότε που τ’ αξιοποιήσαμε μετά».
Εκτός από σινεμά, ο Φρίντρικσον έχει σπουδάσει λογοτεχνία και αρχίζουμε την κουβέντα αυτή που δεν έχει τελειωμό.
«Το ξέρεις ότι το πρώτο αστυνομικό μυθιστόρημα είναι ισλανδικό; Πολύ πριν από τον Εντγκαρ Αλαν Πόε, που θεωρείται ο πατέρας του είδους, το 1300 μ.Χ. γράφτηκε η “Gisla Saga” (σ.σ. τον έβαλα να μου το γράψει στο σημειωματάριό μου) που είναι η πρώτη ιστορία αναζήτησης του δολοφόνου». (Εκατσα το βράδυ στο ξενοδοχείο και γκουγκλάρισα φυσικά.)
● Διαβάζετε καθόλου;
Οχι πια όσο παλιά, δεν προλαβαίνω. Αλλά οπωσδήποτε τρία βιβλία τον μήνα.
● Είμαι σχεδόν σίγουρη ότι γράφετε κιόλας. Εκτός από σενάρια εννοώ… ποιήματα ίσως…
Ναι, πώς το καταλάβατε; (αποκρίνεται σχεδόν ντροπαλά)
● Εχετε εκδώσει κάτι;
Οχι... είναι μόνο για λίγους φίλους.
Ο Τζον, ο Ακι, ο Μίκα και τ’ άλλα παιδιά
● Να μιλήσουμε για τις προτιμήσεις σας στο σινεμά; Ξέρω ότι αγαπάτε την Ελλάδα, ότι τον κινηματογράφο της τον γνωρίζετε, έχετε κάποια προτίμηση;
Μου αρέσει πολύ ο Αγγελόπουλος, και ιδιαίτερα το «Τοπίο στην ομίχλη». Και ο Παντελής Βούλγαρης επίσης.
Φωτ.: Γιάννης Καρπούζης
● Από τον διεθνή χώρο, ποιους προτιμάτε;
Τον Ταρκόφσκι, τον Μπέλα Ταρ, τον Μίκλος Γιάντσο.
● Αμερικανούς;
Τον Τζον Φορντ, γιατί έκανε ταινίες σαν τις ισλανδικές σάγκες. Από νεότερους, τον Τζάρμους, που ήρθε πέρσι και στο Διεθνές Φεστιβάλ. Αγαπώ όμως τον Κασσαβέτη, που είχε έρθει παλιά με το «A woman under the influence».
● Και με την Τζίνα;
Και με την Τζίνα.
● Αχ, αχ!
Ναι, ακριβώς. Τι ταινία! Τι ερμηνεία!
● Και τι γυναίκα, ε;
Και τι γυναίκα, ναι.
● Ποιοι άλλοι έχουν έρθει στα Φεστιβάλ;
Ω, πάρα πολλοί! Μόνο ο Κισλόφσκι δεν ήρθε αν και τον κάλεσα επανειλημμένα.
● Νομίζω ότι φοβόταν το αεροπλάνο.
Ισως. Ακου να σου πω ένα συμβάν που θυμάμαι. Είμαστε σε μια συνέντευξη Τύπου σ’ ένα φεστιβάλ, ο Κριστόφ κι εγώ. Και ρωτάνε τον Κριστόφ: «Γιατί οι ταινίες σας είναι τόσο γκρίζες;». Και αρχίζει να απαντάει επί 20 λεπτά... Ρωτάνε κι εμένα: «Γιατί οι ταινίες σας είναι τόσο blue;». Και απαντάω: «Για λόγους μάρκετινγκ». Τελεία. Μαθαίνω λοιπόν μετά ότι έλεγε «δεν μπορεί, μεθυσμένος ήταν ο Φρίντρικσον» – που ήμουνα φυσικά, αλλά αυτό δεν είχε σχέση με την απάντηση.
● Γιατί πίνετε τόσο πολύ εδώ στον Βορρά;
Το σκοτάδι. Και μην κοιτάς, τώρα δεν πίνω, καμιά μπίρα μόνο. Οταν ήμασταν έφηβοι, όμως, δεν υπήρχαν μπαρ, μόνο εστιατόρια, και αναγκαστικά μαζευόμασταν σε σπίτια και πίναμε πότε εδώ και πότε εκεί, μέχρις εξαντλήσεως.
● Με τα κορίτσια;
Ποτέ! Μόνο αγόρια! Ακου τώρα ένα άλλο. Ημαστε εδώ στο φεστιβάλ με τον Ακι και τον Μίκα [Καουρισμάκι]. Και την παραμονή της τελετής τα πίνουμε κι έχουμε γίνει φέσι. Φεύγω εγώ για το σπίτι ξημερώματα κι αυτοί για το ξενοδοχείο. Στον δρόμο, περνάνε δίπλα από τη λιμνούλα που έχουμε στο κέντρο του Ρέικιαβικ και νομίζουν ότι είναι πεζοδρόμιο και πέφτουν μέσα. Πάω το πρωί στην τελετή, πουθενά αυτοί. Τρέχω στο ξενοδοχείο, μπαίνω στο δωμάτιο και τους βρίσκω μούσκεμα να μονομαχούν με τα πιστολάκια που στεγνώνουν τα μαλλιά! Σαν σκηνή από ταινία τους δεν είναι;
Το χιούμορ του, ευγενικό, σαρκαστικό, υποδόριο βγαίνει στον λόγο του, βγαίνει και στον τρόπο που σκηνοθετεί. Και είναι κρίμα που δεν έχουμε γνωρίσει στην Ελλάδα το έργο του. Αρκεί να σκεφτούμε ότι η Ισλανδία των 350.000 κατοίκων και των μόλις 70 χρόνων ανεξαρτησίας, έχει εθνική κινηματογραφία αξιώσεων, τρία φεστιβάλ κι έχει διεκδικήσει Οσκαρ καλύτερης ξένης ταινίας. Είμαι πλέον πεισμένη ότι οφείλεται σε αυτόν τον άνθρωπο. Τέτοιοι άνθρωποι ταλαντούχοι και ταυτόχρονα αφοσιωμένοι στη συνολική υπόθεση του σινεμά λείπουν από τη χώρα μας.
Η Μπιορκ και η ρετσίνα
● Εσείς τώρα τέρμα; Μόνο παραγωγός;
Οχι βέβαια, ετοιμάζω δύο ταινίες.
Μου λέει τα θέματα, ένα πολιτικό, ένα επιστημονικής φαντασίας, αλλά με παρακαλεί να μη γράψω λεπτομέρειες, γιατί δεν του αρέσει να μιλάει για ταινίες που ετοιμάζει.
● Διδάσκετε και στη Σχολή Κινηματογράφου;
Δίδασκα για χρόνια, όταν είχα αποφασίσει να μην ξανακάνω ταινίες. Τώρα που επανήλθα στη σκηνοθεσία, σταμάτησα.
● Χρησιμοποιείτε αποκλειστικά Ισλανδούς ηθοποιούς;
Ναι. Εχουμε καταπληκτικούς ηθοποιούς στο θέατρο.
Φωτ.: Γιάννης Καρπούζης
● Το σινεμά σήμερα πώς το βλέπετε;
Το σινεμά σήμερα υποφέρει από τηλεοπτικοποίηση. Εχουν κάνει «σχολή» οι τηλεοπτικές σειρές στις πλατφόρμες και υποχωρεί η καλλιτεχνική ματιά. Επίσης, δυσκολότερα έρχονται οι νέοι στην κινηματογραφική αίθουσα για τον ίδιο λόγο. Αλλά είμαι αισιόδοξος γιατί παράγονται ακόμα πολύ καλές ταινίες.
Ενα πρωί, πριν από το ραντεβού μας, είχε πάει σ’ ένα γυμνάσιο για να απαντήσει σε ερωτήσεις των παιδιών με αφορμή την ταινία του «Angels of The Universe» – ταινία του 2000, που αφορά την ψυχική νόσο, τον εγκλεισμό, τον αποκλεισμό, την απόγνωση. (Στην ταινία αυτή, που πρέπει να τη δείτε οπωσδήποτε, εμφανίζεται σε δεύτερο ρόλο και ο Μπαλτάσαρ Κορμάκουρ, ο γνωστότερος σήμερα λόγω Νέτφλιξ, κυρίως, ηθοποιός και σκηνοθέτης της Ισλανδίας.)
Το σινεμά του Φρίντρικσον είναι ποιητικά ρεαλιστικό, απλό και λιτό και χωρίς κανένα στοιχείο τεχνητού εντυπωσιασμού, βαθιά συγκινητικό, ανθρώπινο.
Εκτός από τις ταινίες μυθοπλασίας, έχει γυρίσει πολλά ντοκιμαντέρ, κυρίως στην αρχή της καριέρας του. Το 2009 έκανε ένα συγκλονιστικό ντοκιμαντέρ για τη μάχη μιας μητέρας να κατανοήσει τον αυτιστικό γιο της, με τίτλο «A mother’s courage: Talking back to autism».
Βλέπω καθαρά ότι ο ρόλος του Φρίντρικσον είναι ν’ ανοίγει δρόμους και να προωθεί νέους καλλιτέχνες. Στο «Angels of the Universe» έχουν γράψει μουσική για πρώτη φορά και οι περίφημοι σήμερα Sigur Ros. Και στο ντοκιμαντέρ του «Rock in Reyjavik» (1982) εμφανίζεται για πρώτη φορά η 14χρονη τότε Μπιορκ.
Επιστρέφω εκεί απ’ όπου αρχίσαμε. Στην Ελλάδα.
● Η σχέση σας με την Ελλάδα, εκτός από το ατύχημα, ποια είναι;
Την αγαπώ. Ερχομαι σχεδόν κάθε καλοκαίρι, τώρα πια, με τα εγγόνια μου.
● Τι αγαπάτε στην Ελλάδα;
Τα πάντα. Τον ήλιο, τη θάλασσα, το φαγητό. Εχετε κι εσείς μπακαλιάρο και τον συνοδεύετε μ’ ένα ιδιαίτερο άσπρο κρασί, πολύ ωραίο. (Στο σημείο αυτό φάγαμε πέντε λεπτά μέχρι να καταλάβω ότι εννοεί τη ρετσίνα.)
● Αγαπάτε και τους Έλληνες;
Βέβαια! Κι έχω πολλούς καλούς φίλους στην Ελλάδα. Η κόρη μου αυτή τη στιγμή βρίσκεται στην Αθήνα για σεμινάριο γιόγκα.
● Θα έρθετε κι αυτό το καλοκαίρι;
Εννοείται!
ΠΗΓΗ: Εφσυν
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου